Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Πολυτεχνείο: Αναμνήσεις μετά από 40 χρόνια!



Πάντα ήθελα να γράψω δυο λόγια για εκείνη την εμπειρία μου που ήταν μοναδική και πολύ περισσότερο δίσταζα να την δημοσιοποιήσω, γιατί δεν ήθελα να φανεί σαν επίδειξη ηρωισμού. Στο κάτω κάτω ότι έκανα τότε το έκανα γιατί το πίστευα και έκτοτε ποτέ δεν το μετάνιωσα. Κυρίως όμως, τα ιδανικά μου για την δημοκρατία ποτέ δεν τα νόθευσα με ιδιοτέλειες. Λυπάμαι, που «αγωνιστές» του τότε, σήμερα βρίσκονται απέναντί μου, μνημονιακοί και εχθροί του λαού, σαν όλους τους εχθρούς που ξεπουλούν την πατρίδα τους για ιδιοτελείς πολιτικούς στόχους. Ντροπή!
Λοιπόν, στο θέμα μας: Περισσότερο θα αναφερθώ στην τελευταία μέρα, όπου επιχείρησα την έξοδο από το Πολυτεχνείο, ορμώμενος από ένα διαδικτυακό φίλο μου που έγραψε την δική του εμπειρία. Έτσι λοιπόν και εγώ, μετά σαράντα χρόνια, να τι θυμάμαι από εκείνη την αποφράδα νύχτα της 17ης Νοεμβρίου.

Η σχολή μου (ΑΤΟΜ) βρισκόταν στην Πατησίων, εκατό σχεδόν μέτρα μακριά από το Πολυτεχνείο, όταν ακούστηκαν φωνές και συνθήματα. Βγήκαμε στο μπαλκόνι και είδαμε μια ομάδα φοιτητών να πετά νεράντζια στους αστυνομικούς που προσπαθούσαν να τους συλλάβουν. Αφήσαμε το μάθημα και τρέξαμε για συμπαράσταση. Ήταν φοιτητές που ήρθαν από την Νομική για μια συνέλευση και η αστυνομία αντέδρασε, όπως αντιδρούσε βίαια σε κάθε συνάθροιση πολιτών στους δρόμους. Σε λίγο από παντού ήρθαν να μας συμπαρασταθούν κι άλλοι, νέοι, γυναίκες απ’ όλες τις ηλικίες. Από τα αυτοκίνητα μας έδιναν θάρρος να συνεχίσουμε και μεις αρχίσαμε να κολλάμε συνθήματα στα διερχόμενα αυτοκίνητα. Σε λίγο, όλη η Αθήνα αντιλήφθηκε το κάλεσμα και συνέρρεε στο χώρο. Οχυρωθήκαμε μέσα στο Πολυτεχνείο, όμως και έξω ήταν άλλοι τόσοι.
Έτσι άρχισε ο ξεσηκωμός.

Μόνο αργά το βράδυ, οι «αύρες»  (τεθωρακισμένα οχήματα της αστυνομίας) άρχισαν να διαλύουν τον κόσμο απ’ έξω και μεις αναγκαστήκαμε να οχυρωθούμε μέσα. Τρεις μέρες μείναμε εκεί και τρεις νύχτες, αν και την τρίτη, μετά τα μεσάνυχτα, θέριεψε το τέρας της χούντας που κατέβασε στρατό και τανκς. Τα όπλα άρχισαν να ρίχνουν στο ψαχνό με αληθινές σφαίρες, αντικαθιστώντας το αλάτι με πραγματικό σίδερο που σφύριζαν γύρω μας σκορπώντας τον θάνατο. Τα τραγούδια και τα συνθήματα δεν σταμάτησαν ούτε τότε. Τρεις μέρες γαντζωμένοι στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, μετράγαμε το μπόι μας με αυτά αδιαφορώντας για τις σφαίρες που σφύριζαν γύρω μας. Κάθε τόσο και ένας τραυματίας. Κλίση στα Επείγοντα και ανοίγαμε την πίσω πόρτα, από την οδό της Τοσίτσα για να μπει το ασθενοφόρο. Τα δακρυγόνα βροχή έπεφταν μέσα στο χώρο και η ατμόσφαιρα ήταν ζοφερή. Ανάβαμε φωτιές για να διαλύσουμε τα αέρια. Τοπίο συγκλονιστικό. Τα συνθήματα και τα επαναστατικά τραγούδια δεν σταματούσαν ποτέ. Ο κόσμος έριχνε μέσα από τα κάγκελα ό,τι μπορούσε. Φάρμακα, τσιγάρα, μπισκότα, σοκολάτες και ότι είχε ο καθένας έπαιρνε από το σωρό που τα μαζεύαμε. Μέσα στο Πολυτεχνείο ομάδες έφτιαχναν σάντουιτς, αλλού περιέθαλπαν τραυματίες. Αλλού γίνονταν συζητήσεις και αλλού τραγουδούσαν όλοι μαζί. Πηγαδάκια, συζητήσεις και ανακοινώσεις από τον έξω κόσμο σαν ειδήσεις, γίνονταν παντού. Ενθουσιασμός και παλμός που δεν είχε τέλος. Ήμασταν αποφασισμένοι: η χούντα έπρεπε να πέσει, δεν γίνεται άλλο. Ο ραδιοφωνικός σταθμός συνεχώς καλούσε για συμπαράσταση και ερασιτέχνες αναμετέδιδαν το πρόγραμμα σε όλη την Ελλάδα. «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία», «Έξω η Χούντα των Συνταγματαρχών!» ήταν τα συνθήματα που μονοπωλούσαν. Λίγο πολύ είναι γνωστά όλα αυτά. Στην ανάρτηση αυτή θέλω να δημοσιοποιήσω την δική μου εμπειρία για να δείξω το κλίμα που επικρατούσε από την εισβολή του τανκ και μετά.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα κοντά στις τρεις, όταν γίνονταν οι διαπραγματεύσεις με την Επιτροπή των Φοιτητών. Οι στρατιωτικοί ζητούσαν επίμονα να ανοίξουμε τις πόρτες και να διαλυθούμε και δεν θα μας πείραζε κανείς. Ποιος τους πίστευε… Μετά από λίγη ώρα έδειξαν την αποφασιστικότητα τους. Το τανκ πήρε θέση ρίχνοντας τον προβολέα επάνω μας. Όλοι μαζί τότε είπαμε τον εθνικό ύμνο, γιατί ξέραμε τι θα επακολουθήσει. Ήμουν μόλις πέντε μέτρα μακριά από την πόρτα. Αυτό που έγινε δύσκολα περιγράφεται. Άλλωστε το είδατε από το video που κυκλοφόρησε. Όμως το κλίμα, οι ήχοι, οι μυρωδιές, η βία και η απόγνωση των άοπλων παιδιών που πάνω τους ορμά ένα τανκ και στρατός εφόδου, πώς να το περιγράψω… Δεν κράτησαν τον λόγο τους να βγούμε χωρίς να μας χτυπήσουν, επειδή δεν το κάναμε αμέσως και χρειάστηκε να σπάσουν την πόρτα για την εκκένωση του χώρου. Η χούντα δεν μπορούσε να περιμένει και δεν ανεχόταν διάλογο. Έπρεπε να δείξει επιβολή, αλλιώς τι σκατά φασίστες ήταν να διαπραγματεύονται με εξεγερμένους φοιτητές… Ο στρατός εισέβαλε με το τεθωρακισμένο αν και οι στρατιώτες που μπήκαν, χωρίς να χρησιμοποιήσουν τα γκλοπς που κρατούσαν, μας ανάγκασαν να βγούμε έξω, ήξεραν με ποιους είχαμε να κάνουμε. Δεν θα μας χτυπούσε κανείς, έτσι έλεγαν ή μάλλον έτσι τους είπαν να μας πουν.

Στις άκρες του τετράγωνου, συμβολή της Πατησίων με Στουρνάρη και Τοσίτσα, ήταν συγκεντρωμένη μεγάλη δύναμη της αστυνομίας, έτσι ώστε όλοι οι διερχόμενοι που έβγαιναν να πέφτουν επάνω τους στο στενό που άφηναν τα περίπτερα πάνω στο πεζοδρόμιο. Εκεί γίνονταν η πρώτη επιχείρηση ξυλοκοπήματος. Με μίσος και λύσσα χτυπούσαν με γκλοπς και καδρόνια όποιος περνούσε από μπροστά τους. Οι τραυματισμένοι, την επομένη, εύκολα θα μπορούσαν να βρεθούν για τα περαιτέρω. Το μίσος και η εκδίκηση των οργάνων της χούντας ήταν εμφανής στην επιθετικότητα. Είδα δυο καδρόνια να ανεβοκατεβαίνουν, σταμάτησα λίγο, όμως ένα κύμα πλήθους που με βία προσπαθούν να αποχωρήσουν από πίσω, με έσπρωξαν και για να φυλάξω το πρόσωπό μου, που κάποιος άλλος προσπάθησε να μας χτυπήσει όλους μαζί, έβαλα τα χέρια μπροστά, όμως ένα από τα καδρόνια έπεσε επάνω μου κατακόρυφα. Το κτύπημα ήταν δυνατό και έχασα τις αισθήσεις μου. Ένας φίλος μου που ερχόταν από πίσω (Μανώλης Βασ.) με είδε και με σήκωσε. Οι αισθήσεις μου επανήλθαν και αρχίσαμε να τρέχουμε, δεξιά στην Τοσίτσα. Αφού απέφυγα μερικούς αστυνομικούς με γκλοπς κάναμε δεξιά στην Μπουμπουλίνας, πίσω από το Πολυτεχνείο χτυπώντας απεγνωσμένα τα κουδούνια των πολυκατοικιών. Κάποιος φαίνεται να πάτησε την ηλεκτρική κλειδαριά μιας πόρτας και μπήκαν μέσα τόσοι ώστε να γεμίσουν τα σκαλοπάτια όλων ορόφων της πολυκατοικίας. Η πόρτα έκλεισε και καθισμένοι στο σκοτάδι όλη την υπόλοιπη νύχτα, σε όλο το μήκος του κλιμακοστασίου περιμένοντας το ξημέρωμα. Το αίμα από το κεφάλι μου είχε φτάσει στη μέση και πότισε το πάτωμα. Ζητούσα λίγο νερό, όμως κανένας δεν άνοιξε μια πόρτα. Ο φίλος μου συνεχώς με κουνούσε να δει αν ζω. Έξω ακούγονταν τα τανκς να περνούν και οι πυροβολισμοί ο ένας πίσω από τον άλλο. Τα δηλητηριώδη αέρια έφταναν παντού. Κλίμα πολεμικό. Τρόμος στις παιδικές μας ψυχές.

Ας σας δώσω και μια εύθυμη νότα τώρα από την προσωπική μου συζήτηση με το φίλο μου, μιας και γνωρίζετε τους αγώνες μου για την αθεΐα. Πριν κάτι μήνες, με τον συγκεκριμένο φίλο μου, τον Μανώλη, πίναμε ρακί αυτός, ούζο εγώ και συζητώντας μου έλεγε ότι αν βρεθώ σε μια δύσκολη θέση θα ζητήσω την βοήθεια του θεού. Τότε του είπα «εύχομαι να βρεθούμε μαζί και θα δεις αν παρακαλέσω κανένα θεό». Και να, τώρα μέσα στο κλίμα αυτό το θυμήθηκα και του λέω «Ακούς τους πυροβολισμούς; Αν υπάρχει θεός να μην προλάβω να βγω από εδώ και αν βγω, να μην προλάβω να πάω σπίτι μου!». «Μην λες τέτοια πράγματα» μου λέει και εγώ του υποσχέθηκα ότι πάλι μια μέρα θα πίνουμε τα ουζάκια μας και θα του θυμίσω τη μέρα αυτή και πώς θα τα καταφέρουμε με τις δυνάμεις μας και όχι με ψεύτικες βοήθειες από το υπερπέραν.
Και να πώς τα καταφέραμε.

Όταν ξημέρωσε, ένας ένας έφυγαν όλοι σαν συνωμότες από την πολυκατοικία. Ο φίλος μου πήγε να βρει ταξί να έρθει να με πάρει. Αστεία πράγματα. Εκεί δεν υπήρχε περίπτωση να έρθει ταξί. Ξαπλωμένος σε μια ξεραμένη λίμνη από αίμα μια κοπέλα στάθηκε μπροστά μου. «Τι περιμένεις εδώ», μου λέει. «Εσύ τι λες να περιμένω», της λέω, «…ένας φίλος μου θα φέρει ταξί να φύγω». Περίμενε μέχρι να έρθει απογοητευμένος ο φίλος μου και με αγκάλιασε από την μεριά που ήμουν ματωμένος και από την άλλη ο Μανώλης και βγήκαμε έξω. Φτάνοντας στη συμβολή Μπουμπουλίνας και Τοσίτσα (τότε δεν ήταν πεζόδρομος) σταμάτησε δίπλα μας μια παλιά Μερσεντές. «Πού τον πάτε έτσι αυτόν», λέει στους φίλους μου, «από μακριά κάνετε μπαμ. Θα σας μυριστούν και θα σας μπαγλαρώσουν». Του ζήτησαν να μας βγάλει από τη φωλιά του κούκου και θα παίρναμε ταξί πιο κάτω. «Δεν μπορώ» μας είπε, «…έχω εφτά παιδιά χτυπημένα σπίτι μου και μπορεί να μας πάνε όλους μέσα». Έφυγε! Εμείς σαν χαμένοι δεν ξέραμε πού να πάμε. Στην Πατησίων κάνει επί τόπου στροφή ο κύριος με την Μερσεντές και γυρίζει πίσω. «Μπείτε γρήγορα μέσα γιατί κάνετε σαν χαζά, θα σας πάρουν είδηση και θα σας χώσουν μέσα!» Μπήκαμε άρον άρον μέσα και μας πήγε μέχρι τον Κηφισό. Από εκεί με ταξί για Χαϊδάρι. Αλαφιασμένοι οι γονείς δεν ήξεραν πού να με πάνε για ράψιμο. Η χούντα καραδοκούσε. Από το κεφάλι ακόμα έτρεχε αίμα. Ο φίλος μου ο Μανώλης πήρε ένα φίλο του «Αριστερό» οδοντίατρο στο Περιστέρι και αυτός μας σύστησε ένα χειρουργό σε παρακείμενη κλινική, συστημένα να πάμε εκεί. Εφτά ράμματα. Ήταν Σάββατο πρωί και την άλλη βδομάδα έγραψε το όνομά μου για να πάω να μου τα κόψει. Συνέστησε στις νοσοκόμες να με προστατέψουν! Ησύχασα κατά κάποιον τρόπο.
Έφυγα. Όμως ο κίνδυνος δεν είχε περάσει. Την επόμενη μέρα, όπως έμαθα αργότερα, ένας αστυνομικός ζήτησε από νοσοκόμα της κλινικής ονόματα τραυματισμένων. Πήρε μια κατάσταση και η νοσοκόμα που βοήθησε το γιατρό μου, πήρε είδηση τι συνέβη. «Έδωσες και αυτόν που έπεσε με το μηχανάκι;» την ρώτησε. «Ποιος είναι αυτός», ρώτησε το σαΐνι ο αστυνομικός και έσβησε το όνομά μου. Διαφορετικά θα ήμουν ανάμεσα σε κείνους που έπαιρνε συνέντευξη ο Μαστοράκης από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, όπου τους είχαν συγκεντρώσει.

Τώρα θα μου πείτε, διέφυγα τον κίνδυνο;
Όχι! Ένας αστυνομικός εμφανίστηκε στη γειτονιά ρωτώντας αν έχει ακούσει κανείς για τραυματίες στη γειτονιά. Ευτυχώς κανένας δεν με κάρφωσε. Ήμουν αγαπητός στη γειτονιά και όσοι έμαθαν για τον τραυματισμό, με κάλυψαν.
Μη νομίσετε όμως ότι όλα τελείωσαν.
Τη Δευτέρα δεν πήγα στη σχολή μου. Ένα τηλεφώνημα με αναστάτωσε. «Ντύσου και έλα γρήγορα στη σχολή, ένας αστυνομικός παίρνει απουσίες!». Έκρυψα τη γάζα που ήταν ραμμένη κάτω από την πλούσια κόμη μου, με ένα τσιμπιδάκι και με τη μηχανή του πατέρα μου πήγα σε δέκα λεπτά στη σχολή. Ο αστυνομικός σαΐνης ετοιμαζόταν να φύγει με την κατάσταση. «Επ, πού πας εσύ, ποιος είσαι;» «Λυμπερίδης» του λέω. «Πού ήσουν;» «Στο Μινιόν για καφεδάκι» του λέω. «Κοπάνα την πρώτη ώρα» του λέω γελώντας. Με έσβησε από την κατάσταση. Σου λέει, εδώ ο κόσμος χάνεται κι αυτός κυνηγάει γκομενίτσες στο Μινιόν, δικός μας είναι!
Ούφ, πάει κι αυτό. Τα ράμματα έμειναν. Έπρεπε συνομωτικά να στείλω δυο φίλους μου αρχικά στην κλινική να βολιδοσκοπήσουν την κίνηση από ρουφιάνους που παραμόνευαν για να κόψω και τα ράμματα, διαφορετικά είχε άλλα ράμματα για μένα η χούντα, αν και τις μέρες εκείνες, άλλαξε αυτός που μας έβαζε τον γύψο στο μυαλό. Την θέση του Παπαδόπουλου, πήρε ο Ιωαννίδης. Καλό παιδί κι αυτός. Αν ζούσε σήμερα θα ήταν Χρυσαυγίτης.
Όμως το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Το νερό είχε μπει στ’ αυλάκι και σε λίγους μήνες όλα άλλαξαν.

Έτσι νομίσαμε.
Τελικά λίγα πράγματα άλλαξαν και μετά από μερικά χρόνια ραστώνης ξεχάσαμε τι πάει να πει χούντα και φασισμός. Οι νέοι, χωρίς να γνωρίζουν τι σημαίνει κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών, ψηφίζουν χουντικούς, ναζί, φασίστες και ρατσιστές, επειδή το παίζουν μάγκες. Νομίζουν ότι θα δείρουν αυτούς που τους στερούν τη δουλειά και το φαί στο σπίτι, γιατί δεν έχουν φράγκο στη τσέπη. Όμως αυτοί αντί να δείρουν τους πλούσιους, δέρνουν τους φουκαράδες, τους φτωχούς και τους απόκληρους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, προστατεύοντας το Σύστημα. Αυτοί είναι οι κολαούζοι του Συστήματος που αυτοαποκαλούνται «Έλληνες» χωρίς να είναι. Αυτοί που μας ντροπιάζουν στους ξένους δείχνοντας ότι η δημοκρατία δεν επινοήθηκε εδώ, αλλά ο φασισμός, ο ρατσισμός και η αλητεία.
Τώρα αντιλαμβάνεσαι φίλε μου ότι δεν είσαι παιδί του Περικλή, αλλά του Τύραννου και Κολαούζου του Συστήματος, του χρυσαυγίτη νοσταλγού της χούντας, που μόνο για την προσωπική του δόξα ενδιαφέρεται.
Εμείς δεν χύσαμε το αίμα μας, για να φύγουν αυτοί και συ, βλάκα ψηφοφόρε της συμφοράς, τους βάζεις στη βουλή από το παράθυρο…
Ζώο, που θέλεις να λέγεσαι και Έλληνας, κωλορωμιέ!
Μετά από 40 χρόνια όλοι σήμερα στις 5 το απόγευμα, στην πορεία του Πολυτεχνείου.
Ο αγώνας συνεχίζεται!

Πίνακας Ανακοινώσεων

Για φιλοσοφικά θέματα που άπτονται των θρησκειών ή άλλων δεισιδαιμονιών αλλοτριώνοντας τον άνθρωπο διαβάστε
«Η Αθεΐα είναι Αρετή»


Οι Επικούρειοι φίλοι ας μην αμελούν μια επίσκεψη στο blog που έγινε προς τιμή του μεγάλου μας φιλόσοφου.

Ας φιλοσοφήσουμε για τη φιλία

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ Ιστορία Φιλοσοφίας

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ Ιστορία Φιλοσοφίας
Οι Φιλοσοφικές Σχολές της Αρχα'ιας Ελλάδας σελ. 320 Εκδόσεις Ενάλιος

Θρησκειολογία

Θρησκειολογία
ΧΑΛΚΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ σελ. 608 Εκδόσεις Ενάλιος

Η ΚΤΗΝΩΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ (μυθιστόρημα 348 σελίδες)

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!!!

Loading...